Με αφετηρία μια από τις ταινίες της εβδομάδος, το ελculture.gr φιλοξενεί τη σινεματική ματιά του Οld Boy για τα πράγματα και πολύ πιο πέρα από αυτά...
Στην Αλεξάνδρεια του 391 μ.Χ. (καθώς και «μερικών χρόνων αργότερα») μια γυναίκα μελετά την περιστροφή της γης και περιστρέφεται γύρω από τον κόσμο των μελετών της, την ώρα που ο κόσμος δίπλα της αλλάζει ριζικά, καθώς οι Χριστιανοί γίνονται το νέο καθεστώς και ο παλιός κόσμος περνά στο περιθώριο. Το «Αgora» εικονογραφεί μια περίοδο που δεν έχουν κατασταλάξει τα πράγματα, μια περίοδο αλλαγής σκυτάλης και -βίαιης, πώς αλλιώς;- μεταβίβασης δύναμης. Όταν τα πράγματα κατασταλάζουν, όλοι εκχριστιανίζονται, όλοι κανονικοποιούνται. Και λίγες γενιές μετά όλοι είναι Χριστιανοί και ο Χριστιανισμός είναι το πλέον αναμφισβήτητο πράγμα, όπως λίγες γενιές πιο πριν ήταν το πιο αδιανόητο.
Από το επίσημο σάιτ της ταινίας αντιγράφω σημειώσεις του σκηνοθέτη της, Αλεχάντρο Αμενάμπαρ; «Λίγα είναι γνωστά για το έργο της Υπατίας. Η εισαγωγή μιας υποπλοκής για την αστρονομία μάς επέτρεψε να κάνουμε εικασίες για το εύρος των ερευνών της, ακόμα και για τα ύψη στα οποία θα μπορούσε να είχε φτάσει ο αρχαίος πολιτισμός αν δεν είχε μεσολαβήσει ο μεσαίωνας και η πτώση της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και αν ο κόσμος δεν είχε παραλύσει για 1500 χρόνια». Η Υπατία εμφανίζεται στην ταινία να βασανίζεται από την υπόνοια ότι δεν είναι η γη το κέντρο του κόσμου και μετά από πολλές προσπάθειες να καταλήγει στο συμπέρασμα ότι δεν γυρνά ο ήλιος γύρω από τη γη, αλλά η γη γύρω από τον ήλιο και μάλιστα με τροχιά ελλειπτική. Ο Αμενάμπαρ θέλει δηλαδή να πει ότι η γη θα μπορούσε να είχε γυρίσει αιώνες πριν τον Γαλιλαίο. Το πόσο νομιμοποιείσαι να προσαρμόζεις τα ιστορικά γεγονότα για χάρη της μυθοπλασίας (πόσο μάλλον όταν το τρέιλερ διαφημίζει πως πρόκειται για «μια αληθινή ιστορία») είναι σίγουρα ένα επίμαχο θέμα. Αλλά αν η ταινία επικεντρωνόταν στη σύγκρουση δύο κόσμων, του φωτισμένου ελληνορωμαϊκού πολιτισμού που αποχωρούσε και του χριστιανικού που ο ερχομός του θα έφερνε αιώνες παράλυσης, συμφωνείς - διαφωνείς, θα ήταν πάντως μια ταινία με καθαρή στόχευση. Το περίεργο είναι ότι σε συνέντευξή του ο Αμενάμπαρ λέει πως εμπνεύστηκε την ταινία κοιτώντας τα άστρα και αναπτύσσοντας έντονο ενδιαφέρον για την αστρονομία. Το να θες να γυρίσεις λοιπόν μια ταινία για αστρονομικά κατορθώματα και αντί να μιλάς για υπαρκτά, να αποδίδεις σε ιστορικό πρόσωπο κατορθώματα που δεν του ανήκουν, επεκτείνει τις αμφιβολίες από το επίπεδο των θεμιτών μέσων και στο επίπεδο του επιδιωκόμενου σκοπού. Προδίδει δηλαδή ήδη σε επίπεδο προθέσεων μια σύγχυση, που αντανακλάται τελικά και στο αποτέλεσμα.
Έχεις δηλαδή την εντύπωση ότι σχεδόν σε κάθε πλευρά της ταινίας (την πολιτική, την ερωτική, την αποτύπωση των σκηνών βίας, την αντίδραση της Υπατίας στο τελικό δίλημμα) κάτι λείπει, ένα τρόχισμα, μια αιχμή, έχεις την εντύπωση ότι της λείπει μια συνεκτική ματιά που θα επέτρεπε σε όλα τα επιμέρους στοιχεία της να φτιάξουν τελικά ένα έργο με τη δική του ευδιάκριτη ταυτότητα. Ίσως αν η ταινία παραδειγματιζόταν από την μυθοπλαστική επιμονή της ηρωίδας της, θα το είχε προσπαθήσει περισσότερο, ώστε να καταφέρει να βρει το ένα κέντρο γύρω από το οποίο θα περιστρέφεται, καθώς και το ακριβές είδος της τροχιάς της. Παρά ταύτα, μερικά πλάνα στον ουρανό φιλοδοξούν να δώσουν μια αίσθηση σχετικότητας των δρώμενων και να μας υπενθυμίσουν ότι η ταινία δεν διαδραματίζεται μόνο μέσα σε έναν μακρινό χρόνο, αλλά και σε έναν συγκεκριμένο τόπο, που δεν είναι το κέντρο του σύμπαντος (όπως άλλωστε η Υπατία της ταινίας προσπαθεί να αποδείξει). Επίσης πρέπει να είναι η πρώτη φορά που σε ταινία με χλαμύδες οι Χριστιανοί μετατρέπονται από θύματα σε θύτες, από τους καλούς στους κακούς του έργου, ακολουθώντας έτσι το δρόμο που άνοιξαν οι κάου μπόις στα φιλοϊνδιανικά γουέστερν.
Αλλά ας φύγουμε από την ταινία για να πούμε δυο ερωτόλογα για την πρωταγωνίστριά της. Η ομορφιά της Ρέιτσελ Βάις σου δίνει πάντα την (αυθαίρετη και ίσως εσφαλμένη, αλλά τι σημασία έχει;) αίσθηση ότι δεν είναι μόνο εξωτερική. Πρόκειται για το είδος της ομορφιάς του προσώπου που γίνεται καλύτερα αντιληπτό όταν αντιδιασταλεί με την άδεια ομορφιά κοριτσιών τύπου «Νext Top Model», το πρόσωπο των οποίων φαντάζει σαν κέλυφος ρηχότητας, μικρότητας, κάτι λίγου, ενός μέσα κόσμου ενοχλητικού. Αντίθετα, έχεις την αίσθηση ότι κάτι κατασταλαγμένα γλυκό απορρέει μέσα από την Βάις, συνδιαλέγεται με το πρόσωπο της και αποτυπώνεται πάνω του σαν αύρα που εξευγενίζει και εξαγνίζει την ομορφιά της.